Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Θα χαρίσουμε τους «μπάτσους» στη Χ.Α.;

04/06/2013
Κατερίνα Παναγοπούλου 

Δεκέμβριος. Τετάρτη απόγευμα, στο κακοφωτισμένο κέντρο της Αθήνας. Η παράσταση του Εθνικού έχει μόλις τελειώσει και οι θεατές βγαίνουν από το θέατρο. 

Κατηφορίζοντας την Κωνσταντινουπόλεως δύο μηχανές της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. περιπολούν και δύο κυρίες γύρω στα 50 τούς φωνάζουν «να ’στε καλά, ρε παιδιά, που υπάρχετε!». Η μηχανή σταματά και ο ένας από τους δύο νεαρούς αστυνομικούς βγάζει το κράνος του, «σας ευχαριστούμε πολύ! Να ξέρατε τι ακούμε...». 

6 μήνες μετά, η φράση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Νίκου Βούτση μού έφερε στο μυαλό αυτήν ακριβώς τη στιχομυθία. Και εκείνα τα βλέμματα. Εκατέρωθεν. 

«Θα ήμουν θετικός σε μια συζήτηση στο να απαγορευθεί γενικώς η οπλοφορία στην κοινωνία. Το να λέμε μόνο για τους βουλευτές και να έχει όπλο ο τελευταίος μπάτσος, μπράβος και οτιδήποτε κυκλοφορεί στη χώρα, την επικινδυνότητα για τον απλό πολίτη δυστυχώς τη μειώνουμε κατ’ ελάχιστο». 

Για κάποιους –όχι λίγους– οι αστυνομικοί ακόμα και σήμερα είναι «μπάτσοι». Φάνηκε, άλλωστε, από τη διευκρινιστική δήλωση του βουλευτή: «Αναφορικά με τη χτεσινή δήλωσή μου διευκρινίζω ότι αφορούσε στην ανάγκη γενικότερης απαγόρευσης της οπλοχρησίας των πολιτών, προφανώς εκτός όσων αστυνομικών βρίσκονται σε ώρα υπηρεσίας, ιδιαίτερα δε, σε όσους, λίγους ενδεχομένως, οπλοφορούν σε υπηρεσίες παντοειδούς “προστασίας”». Για τον όρο «μπάτσοι», καμία ανασκευή.

Αυτό που κατάλαβε ο βουλευτής από το θόρυβο που προκλήθηκε και από την έκρηξη στα social media ήταν ότι το πρόβλημα της δήλωσης εστιάζεται αποκλειστικά στο αν θα οπλοφορούν ή όχι. Το ότι ένας βουλευτής αποκάλεσε σε δημόσιες δηλώσεις του στο περιστύλιο της Βουλής μπάτσους τα σώματα ασφαλείας της χώρας ήταν ψιλά γράμματα. «Το έχουν κατακτήσει με το σπαθί τους να τους λέμε μπάτσους» διαβάζω στο twitter. 

Και θα συνεχίσουν να το κατακτούν, όσο συνεχίζουμε να τους αποκαλούμε έτσι. Τους
νομιμοποιούμε να συμπεριφέρονται έτσι. Όσο τους εξισώνουμε με μπράβους, όσο τους απαξιώνουμε και τους αντιμετωπίζουμε σαν βασανιστές. Τους το κάνουμε εύκολο. Όσο τα κόμματα της Αριστεράς συνεχίζουν να θεωρούν πιστοποιητικό αριστεροφροσύνης το να καθυβρίζει κανείς και να κατηγορεί τους αστυνομικούς. Όσο οι ιδεοληψίες και τα κατάλοιπα του παρελθόντος λειτουργούν ως πυξίδα για το παρόν. Όσο το να είσαι εσύ «Αριστερός» πρέπει να ταυτίζεται με την παραδοχή ότι αυτοί είναι «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Όταν εν έτει 2013 έχουμε ρητορική και σκέψη δεκαετίας ’70 και θεωρούμε πράξη επαναστατικότητας το να ρίχνουμε μολότοφ σε αστυνομικά τμήματα. Όσο κι αν είναι κατανοητή και σεβαστή η υποσυνείδητη αντιπάθεια προς την αστυνομία από ανθρώπους που έχουν ζήσει τα χρόνια του μετεμφυλιακού «κράτους της δεξιάς». 

Άλλωστε, η οικονομική κρίση, σαρώνοντας τα πάντα, τείνει να αναιρέσει ακόμα και την υπόθεση πως «για να γίνεται κανείς αστυνομικός, έχει ακροδεξιά ροπή». Όπως έδειξαν και τα τελευταία στοιχεία, η καλπάζουσα ανεργία και η αβεβαιότητα της επαγγελματικής αποκατάστασης των νέων, έχουν εκτοξεύσει τις βάσεις εισαγωγής στα σώματα ασφαλείας, καθώς τα παιδιά ξέρουν ότι εκεί θα έχουν εξασφαλισμένο μισθό, αλλά και αμοιβή από την πρώτη ημέρα. Για κάποιους σνομπ «διανοούμενους» αυτοί είναι ελάσσονος σημασίας λόγοι, αλλά για πολλά φτωχά παιδιά, μείζονος. Και η αλήθεια είναι πως αν κάτι θα μπορούσαν να προσφέρουν όλοι αυτοί οι «φωτισμένοι» δημοσιολόγοι θα ήταν η αποκατάσταση των «μπάτσων» στα μάτια της κοινωνίας. Η έμφαση στο ότι είναι όργανα της συντεταγμένης πολιτείας και ως εκ τούτου όχι κάποιοι περιθωριακοί τύποι φασιστικών αντιλήψεων που ηδονίζονται να βαράνε. Γιατί όσο απαξιώνονται στο δημόσιο διάλογο, όσο αντιμετωπίζονται ως φασίστες μπάτσοι, τόσο θα ωθούνται σε αυτή τη συμπεριφορά και κατ’ επέκταση στην ακροδεξιά ιδεολογία. 

Τα ποσοστά της Χ.Α. στα σώματα ασφαλείας στις τελευταίες εκλογές είναι αποκαλυπτικά και καταδεικνύουν τις καταστροφικές συνέπειες αυτής της ρητορικής.

Οι αστυνομικοί ψήφισαν σε μεγάλο ποσοστό Χ.Α. γιατί στρεβλά τους έχει δοθεί να καταλάβουν ότι η Χ.Α. τους προστατεύει.

Ότι δεν τους αντιμετωπίζει ως «μπάτσους». 

Πριν από 1 μήνα περίπου σε επίκαιρη ερώτηση του Ηλία Κασιδιάρη προς τον υπουργό Δικαιοσύνης, ο βουλευτής της Χ.Α. εξήρε τον επαγγελματισμό και την ανδρεία των Ελλήνων αστυνομικών, οι οποίοι, όπως έλεγε, δίνουν απροστάτευτοι και χωρίς τα κατάλληλα μέσα μάχη απέναντι σε αδίστακτους εγκληματίες. Ποιος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ ή του ΚΚΕ εξάρει το έργο της ελληνικής αστυνομίας; (εξαίρεση η εμφάνιση της Ρένας Δούρου σε πορεία για μισθολογικά αιτήματα, κάτι που όμως εντάσσεται στην μόνιμη πολιτική τακτική του ΣΥΡΙΖΑ να στηρίζει οποιονδήποτε διαμαρτύρεται για οιονδήποτε λόγο και με οποιαδήποτε αφορμή κατά της κυβέρνησης). 

Το μόνο αποτέλεσμα, λοιπόν, που έχει η απαξίωση των αστυνομικών είναι η μαζική στροφή τους προς την ακροδεξιά.

Που θα ενταθεί, όσο αφήνουμε τη Χ.Α. να παριστάνει τον προστάτη των σωμάτων ασφαλείας της χώρας. Πώς θα εμπνευστούν από τη ρητορική αυτών που τους αποκαλούν «μπάτσους»; Αυτών που τους τοποθετούν απέναντι; 

Σε χιουμοριστικό βίντεο που προβλήθηκε προ 3 μηνών περίπου στο Ράδιο Αρβύλα, ο βουλευτής της ΝΔ Άδωνις Γεωργιάδης έλεγε «εγώ πήγα για να στηρίξω τα ματ, όπως κάνω πάντα, άλλωστε, γιατί τα
λατρεύω!» «Τα ματ; Είναι τόσο κακό και ψυχρό πράγμα τα ματ, ποιος άνθρωπος λατρεύει τα ματ;» αναρωτιόταν αμέσως μετά ο Αντώνης Κανάκης. Και πράγματι το βίντεο προκαλούσε γέλιο, διότι στη συνείδηση του μέσου Έλληνα τα ματ και η αστυνομία είναι κάτι αντιπαθητικό, απωθητικό. Δεν είναι το όργανο του κράτους που προστατεύει, που επεμβαίνει προς όφελος του πολίτη. Που με τη δράση του ο πολίτης μπορεί να νιώθει ασφαλής. 

Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ο χαρακτηρισμός, αλλά η γενικότερη αίσθηση που διαχέεται πως η αστυνομία είναι εχθρός και όχι προστάτης. Τα εγκληματικά λάθη, βέβαια, και οι ευθύνες των ίδιων των αστυνομικών είναι πολλά, όπως και οι παραλήψεις, η απολύτως καταδικαστέα κατάχρηση εξουσίας, η παράβαση καθήκοντος και κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ή να απαξιώσει περιστατικά τύπου ζαρντινιέρα. Κανείς δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του τις σοκαριστικές, απάνθρωπες σκηνές ωμής βίας από το τμήμα Ομονοίας, κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τους «αστυνομικούς» που προσφέρουν προστασία σε νυχτερινά μαγαζιά ή την πρόσφατη εξάρθρωση κυκλώματος ναρκωτικών σε Θεσσαλονίκη, Βόλο και Αγρίνιο με επικεφαλής αστυνομικούς, ακόμα και τον διοικητή της δίωξης! Και τόσα άλλα. 

Επίορκοι υπάρχουν σε όλους τους χώρους. Και πρέπει να τιμωρούνται σε όλους τους χώρους και όταν χρειάζεται, αυστηρά. Αν, όμως, θέλουμε οι αστυνομικοί να μη συμπεριφέρονται όλοι ως «μπάτσοι» δεν μπορούμε να τους αποκαλούμε έτσι. Πρέπει να λέμε εμφατικά ότι είναι όργανα του κράτους γιατί από αυτή την παραδοχή κατοχυρώνονται και οι υποχρεώσεις τους. 

Πρέπει, δηλαδή, κάποια στιγμή να αποφασίσουμε: θα χαρίσουμε τους «μπάτσους» στην Χ.Α.;

athensvoice.gr/


Είναι υποχρεωτική η ψήφος στις ερχόμενες εκλογές;

25-04-2014 
Γράφει ο Ισαάκ Απ. Γεροντίδης* 

Κατά τις ημέρες του Πάσχα στη Σπάρτη σε συζητήσεις με φίλους – συντοπίτες, τέθηκε κατ’ επανάληψη το ερώτημα αν η ψήφος στις ερχόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές, καθώς και σε εκείνες για την ανάδειξη των αντιπροσώπων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, είναι υποχρεωτική από το νόμο. Το ίδιο το ερώτημα ξενίζει με την εγγενή του παραδοξότητα: Πώς είναι δυνατόν το δικαίωμα του εκλέγειν να συνιστά ταυτόχρονα και υποχρέωση; Ωστόσο, το θεωρητικό υπόβαθρο του ζητήματος, δεν θα μπορούσε να παρουσιαστεί στο παρόν κείμενο (βλ. πάντως σχετικά Κ. Μαυριά, Συνταγματικό Δίκαιο, 4η έκδ., 2005, σ. 414 επ.∙ Αθ. Ράικο, Συνταγματικό Δίκαιο, 3η έκδ., 2009, σ. 285∙ A. Malkopoulou, Lost Voters: Participation in the EU elections and the case for compulsory voting, 2009, pp. 8-10, όπου και συγκριτική επισκόπηση αλλοδαπών δικαίων). Με την υπόθεση, όμως, ότι το ζήτημα έχει ευρύτερο ενδιαφέρον, στις παρακάτω γραμμές επιχειρείται μια πολύ συνοπτική παρουσίαση: α) της ισχύουσας σχετικής νομοθεσίας και β) της μέχρι σήμερα ερμηνείας και εφαρμογής της. 

Η γενική ρύθμιση τίθεται στην κορυφή της ιεραρχίας ισχύος των κανόνων δικαίου. Σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ. 5 του Συντάγματος, η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική. Πώς, όμως, η συνταγματική αυτή πρόβλεψη εκφράζεται στο επίπεδο του κοινού νόμου; 

Ειδικά για τις εκλογές των δημοτικών και περιφερειακών αρχών, το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3852/2010, ορίζει ότι η ψήφος είναι υποχρεωτική. Εξαίρεση εισάγεται για τους εκλογείς που κατοικούν στο εξωτερικό, για όσους έχουν ηλικία άνω των 70 ετών και, τέλος, για εκείνους που κατά την ημέρα των εκλογών βρίσκονται σε απόσταση μεγαλύτερη των 200 χλμ. από το εκλογικό τμήμα στο οποίο ψηφίζουν. Τι γίνεται, εντούτοις, στην περίπτωση που κάποιος, παρότι δεν εμπίπτει στις παραπάνω εξαιρέσεις, δεν προσέλθει να ψηφίσει, χωρίς να δικαιολογήσει την απουσία του βάσει άλλου λόγου ανωτέρας βίας; 

Το άρθρο 116 παρ. 1 του ν. 3852/2010 παραπέμπει σχετικά στην ισχύουσα «εκλογική νομοθεσία». Σήμερα, δηλαδή, στο ΠΔ 26/2012. Το δε άρθρο 117 του τελευταίου ανάγει τη μη άσκηση του εκλογικού δικαιώματος σε πλημμέλημα με πλαίσιο ποινής από ένα μήνα μέχρι ένα έτος, ενώ προβλέπει και τη δυνατότητα επιβολής της παρεπόμενης ποινής της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων από ένα μέχρι τρία έτη. Συμπερασματικά, σύμφωνα με το νόμο, αν κάποιος δεν ψηφίσει στις αυτοδιοικητικές εκλογές μπορεί να καταδικαστεί σε φυλάκιση μέχρι ένα έτος και να στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα από ένα έως τρία έτη. 

Ειδικά για τις εκλογές για τους αντιπροσώπους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 4255/2014, ορίζει (επίσης) ότι η ψήφος είναι υποχρεωτική. Οι δε συνέπειες από τη μη τήρηση της υποχρέωσης αυτής προκύπτουν από τη συνδυαστική εφαρμογή των άρθρων 9 παρ. 5 του ν. 4255/2014 και 117 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 26/2012. Σύμφωνα με αυτά, με την εξαίρεση όσων εκλογέων είναι ηλικίας μεγαλύτερης των 70 ετών και όσων κατοικούν στο εξωτερικό, για εκείνους που δεν θα ψηφίσουν στις ευρωεκλογές ο νομοθέτης προβλέπει (όπως ακριβώς και στις αυτοδιοικητικές εκλογές) ποινή φυλάκισης από ένα μήνα μέχρι ένα έτος και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων από ένα μέχρι τρία έτη. 

Όπως μπορεί να παρατηρηθεί, οι διατάξεις αυτές μετρούν πολύ λίγο χρόνο ζωής. Επαναλαμβάνουν, ωστόσο, τις ρυθμίσεις της παλαιότερης νομοθεσίας, η οποία επίσης προέβλεπε ποινές. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι είτε με τη νομοθεσία του πρόσφατου παρελθόντος είτε με τη σημερινή, δεν υπάρχει δικαστική απόφαση που να εφαρμόζει το νόμο επιβάλλοντας ποινές. Στην επιστήμη, μάλιστα, οι σχετικές διατάξεις νόμων ελέγχονται ως σιωπηρώς καταργημένες, μετά την εκτεταμένη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 (βλ. Κ. Μαυριά, ό.π.) Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, πάντως, στη σχετική με αριθμό 277/2002 γνωμοδότησή του, γνωμοδοτώντας επί παρόμοιων ρυθμίσεων του παρελθόντος αποφάνθηκε (με πλειοψηφία 5-2) υπέρ της διατήρησής τους σε ισχύ και βάσει του ισχύοντος Συντάγματος. 

Αντί επιλόγου, όμως, και ανεξάρτητα από το ζήτημα της νομικής υποχρέωσης, μπορεί κανείς να αναρωτηθεί: Τι πράγματι θα κερδίσει και, το κυριότερο, τι πράγματι θα προσφέρει, αν από «άποψη» δεν ψηφίσει; Μπορούμε να αψηφήσουμε την υποχρέωσή μας για ενάσκηση του δικαιώματος ψήφου στη σημερινή συγκυρία; Πριν την πολυεπίπεδη κρίση που βιώνουμε, η εποχή που το δικαίωμα στην ψήφο δεν αποτελούσε πραγματικότητα, αλλά ευχή και διεκδίκηση, ίσως νοούνταν μόνο ως ιστορία. Σήμερα, θα πρέπει να έχει πια εμπεδωθεί, ότι η ιστορία μπορεί πράγματι να επαναληφθεί, και όχι μόνο ως φάρσα. Τόσο στα πεπερασμένα όρια του Δήμου και της Περιφέρειας, όσο και στον ευρωπαϊκό χώρο, στις ημέρες μας περισσότερο από οποτεδήποτε στο πρόσφατο παρελθόν, το δικαίωμα στην ψήφο καθαυτό έχει μια αξία αυτοτελή. Μια αξία, που ο νομοθέτης μας υποδεικνύει να μην υποτιμήσουμε, αν πράγματι θέλουμε να τη διαφυλάξουμε.

*ο Ισαάκ Απ. Γεροντίδης, είναι Δικηγόρος ΔΣΑ, ΜΔΕ Νομικής Σχολής Αθηνών, μέλος της PLA Greece

Related Posts with Thumbnails