Για τον Α.
Vincent van Gogh, Sorrowing old man ("At Eternity's Gate"), oil on canvas, Kröller-Müller Museum
Πρόσεξα πρώτη φορά το κελάηδισμα των πουλιών, ένα ξημέρωμα πριν 20 χρόνια περίπου. Όχι ότι δεν είχα ξανακούσει πουλί να κελαηδά, μα φαίνεται πως δεν το είχα παρατηρήσει στ’ αλήθεια. Εκείνη την περίοδο, ως νέος αστυνομικός, έκανα πολλές νυχτερινές βάρδιες και συχνά βρισκόμουν 4 η ώρα το ξημέρωμα στη μέση του πουθενά, μόνος μου και το μοναδικό πράγμα που είχα να κάνω ήταν να ακούω τα πουλιά να κελαηδούν.
Και τι κελάιδισμα, Θεέ μου! Ήταν τόσο περίεργο. Ο ήχος τους είναι από τα πράγματα που αν τον προσέξεις, μετά δεν γίνεται να συγκεντρώσεις την προσοχή σου σε τίποτε άλλο! Για μήνες, τα έψαχνα στα κλαδιά των δέντρων για να δω πώς μοιάζουν. Ανυπομονούσα να είμαι βραδινός και να περνάω από σημεία που είχα ακούσει τα συγκεκριμένα πουλιά, ώστε να περάσω έστω και ένα λεπτό καταγοητευμένος από τη γλυκιά τους μελωδία. Ήμουν εκστασιασμένος!
Όμως υπήρχε ένα πρόβλημα: δεν γνώριζα ποιο είδος πουλιού κελαηδά με αυτόν τον τρόπο που με είχε μαγέψει και δεν ήξερα πού να το ψάξω. Στα παιδιά μου τώρα φαίνεται απίστευτο, αλλά το google μετρούσε μόλις λίγα χρόνια ζωής και δεν λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί τώρα. Άσε που τότε όλοι χρησιμοποιούσαμε το yahoo. Φυσικά, δεν υπήρχαν τα ai chatbots. Ωστόσο τότε είχαν αρχίσει να κάνουν δειλά - δειλά την εμφάνισή τους τα πρώτα blogs και μετά από πολύ ψάξιμο έπεσα πάνω σε ένα που ασχολούνταν με τα ελληνικά πουλιά. Έστειλα μήνυμα περιγράφοντας το πώς μοιάζουν αυτά τα κατάμαυρα πουλιά με το κίτρινο ράμφος και το ονειρικό κελάηδισμα και περίμενα. Μετά από μήνες, όταν πια μου είχε περάσει η εμμονή είν’ η αλήθεια, μου ήρθε η απάντηση: κοτσύφι!
Μα τι ανέμελη εποχή. Για μήνες ασχολούμουν με το κελάηδισμα των κοτσυφιών, όπως προέκυψε ότι είναι το είδος τους. Τώρα φαντάζει απίστευτο το πόσες λίγες έννοιες είχα τότε. Η δουλειά, δύσκολη αλλά σταθερή, οι φίλοι λίγοι και καλοί και τα κορίτσια, νέα και πρόθυμα. Τότε ήταν που έκανα παρέα μεταξύ άλλων με τον φίλο μου τον Α. Συνάδελφος κι αυτός, ήμασταν μαζί από την ακαδημία, μαζί και στην πρακτική στο νησί, μαζί και στην πρώτη τοποθέτηση στην Αθήνα.
Μετά από λίγα χρόνια, αυτός γνώρισε τη μελλοντική του γυναίκα, πήρε μετάθεση στην πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε κι οι δρόμοι μας χωρίσανε, όπως γίνεται συνήθως με τους ενήλικες. Οι σχέσεις όμως που δημιουργούνται στην κρίσιμη ηλικία του εφήβου που γίνεται άντρας, είναι σχέσεις που διαρκούν για πάντα, ειδικά όταν είναι σφυρηλατημένες με κοινές αξίες και ιδανικά. Γι’ αυτό και ο Α. ήταν από τους ανθρώπους που παρόλο που τον έβλεπα πια μια φορά στα λίγα χρόνια από κοντά και μιλούσαμε μόνο λίγες φορές τον χρόνο στο τηλέφωνο, όταν αυτό συνέβαινε, ήμασταν πάλι 24 χρονών, σαν και τότε. Χωρίς έννοιες, παρά μόνο τις δύσκολες βάρδιες, τους λίγους φίλους και τα πρόθυμα κορίτσια. Α, και ενίοτε κάποια μαύρα πουλιά που κελαηδούν υπέροχα.
Ο Α. όμως δεν είναι πια εδώ. Πριν λίγες ημέρες αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή του αφού τελείωσε τη βάρδιά του. Ακόμα δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Μου φαίνεται σαν μια κακόγουστη φάρσα. Είναι από αυτά τα νέα που σε παγώνουν, που κάνουν το ανέμελο κελάηδισμα εκείνης της νιότης να μοιάζει πια με έναν μακρινό, πένθιμο απόηχο. Βρεθήκαμε από κοντά μόλις πριν λίγες εβδομάδες, οι δυο μας μόνο και ένα μπουκάλι κρασί, όπως παλιά. Γελάσαμε, αναπολήσαμε, περιγράψαμε το πώς φανταζόμαστε το μέλλον των παιδιών μας. Τίποτα δεν μου έδωσε να καταλάβω τι μπορεί να είχε στο μυαλό του. Με τρώνε όμως οι τύψεις. Δεν μπορεί. Κάτι θα μπορούσα να κάνω. Κάτι έπρεπε να καταλάβω. Κάτι να του πω. Κάτι.
Γιατί όμως; Πώς φτάνει ένας άνθρωπος, ένας άνδρας, ένας επαγγελματίας, σε αυτό το σημείο; Δυστυχώς, οι αριθμοί είναι αμείλικτοι και λένε μια αλήθεια που η κοινωνία μας συχνά προσποιείται πως δεν βλέπει. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα, επίσημα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Αυτοκτονιών για την Ελλάδα, σχεδόν το 86% των ανθρώπων που βάζουν τέλος στη ζωή τους κάθε χρόνο είναι άνδρες. Η συντριπτική πλειοψηφία. Και όταν μιλάμε για αστυνομικούς, τα ποσοστά είναι ακόμα πιο συντριπτικά και δυσανάλογα μεγάλα, ακόμα και για έναν κλάδο που στην πλειοψηφία τους υπηρετούν άντρες. Στατιστικές και μελέτες δεκαετιών, τόσο στην Ελλάδα όσο και παγκοσμίως, καταδεικνύουν σταθερά τα σώματα ασφαλείας ως επαγγελματικούς κλάδους με δυσανάλογα υψηλά ποσοστά αυτοχειρίας. Η χρόνια έκθεση στο τραύμα, το διαρκές άγχος και οι εξαντλητικές βάρδιες αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια.
Αλλά η ρίζα του προβλήματος δεν είναι μόνο επαγγελματική, είναι βαθιά κοινωνική. Μεγαλώσαμε σε μια κοινωνία που εκπαίδευσε τους άνδρες να πνίγουν τα συναισθήματά τους. Μάθαμε να μη μιλάμε για τα προβλήματά μας, να μην κλαίμε, να μη λυγίζουμε και, κυρίως, να μη ζητάμε ποτέ βοήθεια. Γιατί ο άντρας ο σωστός, πάντα δίνει λύσεις, δεν αποτελεί μέρος του προβλήματος.
Σήμερα, οι άνδρες της γενιάς μας ψάχνουν απεγνωσμένα τα πατήματά τους. Επαναπροσδιορίζουν τον ρόλο τους στην παρέα, στην οικογένεια, στη δουλειά. Έχουμε πια αντιληφθεί την τοξικότητα του παρελθόντος και τα κακώς κείμενα. Προσπαθούμε να είμαστε πιο ανοιχτοί συναισθηματικά, να γίνουμε στοργικοί πατέρες, καλοί σύζυγοι και δίκαιοι επαγγελματίες. Όμως, όσο και αν προσπαθούμε να αποβάλλουμε τη νοοτροπία των προηγούμενων γενεών, κάποια πράγματα είναι τόσο βαθιά ριζωμένα μέσα μας, που δεν διαγράφονται απλώς πατώντας έναν διακόπτη.
Το πιο οξύμωρο είναι πως η ίδια ακριβώς κοινωνία που μας ζητά να αλλάξουμε, την ώρα της κρίσης απαιτεί από εμάς να είμαστε οι άτρωτοι βράχοι. Να είμαστε οι προστάτες. Να αντέχουμε τα πάντα αδιαμαρτύρητα. Ειδικά για τους αστυνομικούς, η στολή γίνεται συχνά μια βαριά πανοπλία που εγκλωβίζει τον πόνο. Ο φόβος του στίγματος, ο φόβος ότι αν ζητήσεις ψυχολογική βοήθεια θα θεωρηθείς «αδύναμος», υψώνει έναν τοίχο σιωπής. Όπως αναφέρουν συχνά οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας, η αυτοκτονία στους άνδρες σπάνια είναι μια παρορμητική πράξη. Είναι η τραγική κατάληξη μιας μακράς, βουβής οδύνης. Είναι το αδιέξοδο ενός ανθρώπου που πίστεψε ότι η μοναδική «ανδρική» λύση ήταν να υποφέρει μόνος, γιατί δεν του έδωσαν το δικαίωμα να ζητήσει ένα χέρι βοηθείας. Ως πότε;
Έχει αρχίσει να σουρουπώνει. Πηγαίνω τον γιο μου στην προπόνηση του ποδοσφαίρου. Τα κοτσύφια έχουν κατακλύσει με το κελάηδισμά τους τη γειτονιά. Κοίτα, του λέω, να το! Σ’ εκείνο το κλαδί, το βλέπεις; Εκείνο το μαύρο! Αυτό είναι που έχει χαλάσει τον τόπο! Σταματάμε για λίγο να το απολαύσουμε. Δεν πειράζει να αργήσουμε 2 λεπτά. Κάποια πράγματα, είναι πιο σημαντικά.
Ήθελα να του στείλω ένα μήνυμα εκείνο το βράδυ, πριν από λίγες εβδομάδες. Να του πω πόσο ωραία πέρασα, ακριβώς όπως παλιά. Ότι υπάρχουν ελάχιστοι άνθρωποι σε αυτόν τον κόσμο με τους οποίους νιώθω αυτό το δέσιμο, και είναι όλοι τους μακριά. Αλλά δεν το έστειλα ποτέ. Σκέφτηκα ότι θα με πείραζε που έγινα συναισθηματικός. Και τώρα... είναι πιο μακριά από ποτέ.
Μίλα σε παρακαλώ.
Γιατί οι νεκροί δεν πονάνε. Αυτοί που μένουν πίσω είναι που πονάνε.
1018 24ωρη γραμμή παρέμβασης για την αυτοκτονία.
(όπως δημοσιεύτηκε στο StudyingHistory.gr)








































