Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Οι κοντινές σου Ιθάκες


Καθώς διανύω τις τελευταίες ημέρες των διακοπών με την οικογένεια, μου συνέβη κάτι που θα' θελα να το μοιραστώ, μιας και είναι από αυτά που σε κάνουν πιο σοφό, ώστε να καταλάβεις τι σημαίνουν οι Ιθάκες. 

Μας πρότειναν λοιπόν, να πάμε στην παραλία Σαμικού. Προχωράμε στην εθνική, βλέπουμε "ΣΑΜΙΚΟ" δεξιά, στρίβουμε δεξιά, που είναι και η κατεύθυνση της θάλασσας άλλωστε. Αρχίζει όμως ο δρόμος να ανηφορίζει κι εμείς να αφήνουμε τη θάλασσα πίσω μας. Μετά από δυο-τρία χιλιόμετρα και ενώ έχουμε φτάσει πλέον σ' ένα γραφικό χωριουδάκι που βλέπει από ψηλά το βαθύ γαλάζιο, αρκετά χιλιόμετρα όμως μακριά του, αρχίζουμε να αισθανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά.

Προχωράμε και προχωράμε με τα αυτοκίνητο μέσα από κάτι στενότατα πλακοστρωμένα, ελικοειδή δρομάκια και ανάμεσα από πολύχρωμα, μικρά, δίπατα σπίτια, ώσπου φτάνουμε σε αδιέξοδο. Δεξιά μας, ένα υπέροχο, μικρό εκκλησάκι. Μπροστά μας, μία κατά τα φαινόμενα, παλιά κρήνη με τρεχούμενο νερό. Αριστερά μας, πλαγιά κατάφυτη από ελιές, πεύκα και πουρνάρια. Θάλασσα πουθενά. Ούτε με τα κιάλια. 

Αποφασίζω να σταθμεύσω το αυτοκίνητο και να περπατήσω πενήντα μέτρα πίσω, ώστε να ρωτήσω μια γιαγιά που καθόταν σ' ένα πεζούλι -ήταν δεν ήταν ενενήντα χρόνων. 

"Καλησπέρα!", της λέω. Μου χαμογελάει έκπληκτη, μ' ένα χαμόγελο που αν ήταν πιο γλυκό, θα έπρεπε να χτυπήσω επί τόπου ένεση ινσουλίνης από το ζάχαρο που θα ανέβαζα. 
"…Ωραίο το χωριό σας, αλλά μάλλον δεν θέλαμε να ‘ρθουμε εδώ". 
Συνεχίζει να μου χαμογελάει, το ίδιο έκπληκτη, το ίδιο γλυκά και με το ίδιο βλέμμα κοιτάω-τον-πλάτανο-πίσω-σου-λες-και-είσαι-διάφανος. 
Συνεχίζω να της μιλάω. 

"Το Σαμικό είν' εδώ;". 
"Εεε;". 
"Λέω, το Σαμικό είναι εδώ;". 
"Το Γιώργο;", μου λέει και αρχίζω να την κοιτάω με το ίδιο βλέμμα, προσπαθώντας να μη βάλω τα γέλια. 
"Το Σαμικό είν' εδώ;" επαναλαμβάνω φωναχτά, σκεπτόμενος πως δεν θα κάνουμε μπάνιο σήμερα, αλλά ίσως και ποτέ. 

Μου γνέφει καταφατικά. 
Ωραία, αρχίζουμε να βγάζουμε μια άκρη, σκέφτομαι. 

"Για την παραλία πώς πάμε;", τη ρωτάω φωναχτά. 
"Ουουου, εσύ έχεις χαθεί για τα καλά!", μου λέει και βάζει τα γέλια. 
"Έτσι φαίνεται. Τώρα τί κάνουμε;". 
"Θα πας πίσω, από 'κει που ήρθες και θα ρωτήσεις μια κυρία που κάθεται σε κάτι σκαλιά. Την είδες, δεν την είδες όπως ερχόσουν; Όλο εκεί κάθεται αυτή". 

Της γνέφω καταφατικά -δεν είχα δει καμιά κυρία όπως ερχόμουν- και επιστρέφω χαμογελώντας στο αυτοκίνητο. Περιμένει η γυναίκα μου να της πω πού θα πάμε, εγώ της διηγούμαι τον παραπάνω διάλογο και ξεσπάμε και οι δύο στα γέλια. Κατεβαίνουμε, πίνουμε νεράκι από την κρήνη -δροσίστηκε η καρδούλα μας- ρεμβάζουμε το τοπίο για λίγο και φεύγουμε χαμογελαστοί. 
Τελικά, εμείς ψάχναμε, λέει, το Κάτω Σαμικό, τέσσερα-πέντε χιλιόμετρα πιο κάτω στην εθνική από εκεί που στρίψαμε και όντως το βρήκαμε, με τα πολλά. Με μια παραλία, ονειρική. Ούτε στο Χαβάη 5-0 είχαν τέτοιες. 

Αλλά τί να το κάνεις; Εμένα στο μυαλό μου χαράχθηκε το εκκλησάκι, το γάργαρο νερό της κρήνης, τα πολύχρωμα σπιτάκια, η κατάφυτη πλαγιά και φυσικά, η γιαγιούλα. Με το γλυκό χαμόγελο, το διαπεραστικό βλέμμα, τα βουλωμένα αυτιά και την αξεπέραστη ικανότητα να δίνει οδηγίες. 

Μακάρι όλοι οι πηγαιμοί μου να είναι τέτοιοι, ευχόμουν μέσα μου ξαπλωμένος στην άμμο. Κι εγώ υπόσχομαι πως δεν θα φοβάμαι ούτε τους Λαιστρυγόνες, ούτε τους Κύκλωπες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΟΛΑ τα σχόλια είναι καλοδεχούμενα ,μα θα παρακαλούσα όσους θέλουν να αφήσουν το δικό τους, να το κάνουν με όμορφο τρόπο....

Related Posts with Thumbnails