Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Αυτοί είμαστε ... Έλλην(αράδ)ες , με τα όλα μας ...

Kάτι που μου'στειλε το "Μαθαίνουμε Ελληνική Ιστορία" και μου άρεσε , από τα "Ἅπαντα Τσερτσέτη , τομ. Γ΄, σελ. 149-150 , Θεοδωρος Κολοκοτρωνης" :

<< Η αρχηγία ενός στρατεύματος ελληνικού ήτον μία τυραννία, διατί έκαμνε και τον αρχηγό, και τον κριτή, και τον φροντιστή, και να του φεύγουν κάθε μέρα και πάλι να έρχονται. Να βαστάει ένα στρατόπεδο με ψέμματα, με κολακείες, με παραμύθια. Να του λείπουν και ζωοτροφίες και πολεμοφόδια, και να μην ακούν και να φωνάζει ο αρχηγός. Ενώ εις την Ευρώπη ο αρχιστράτηγος διατάττει τους στρατηγούς, οι στρατηγοί τους συνταγματάρχας, οι συνταγματάρχαι τους ταγματάρχας και ούτω καθεξής. Έκανε το σχέδιό του και εξεμπέρδευε. Να μου δώσει ο Βελιγκτών σαράντα χιλιάδες στράτευμα το εδιοιηκούσα, αλλ' αυτουνού να του δώσουν πεντακόσιους Έλληνας δεν ημπορούσε ούτε μία ώρα να τους διοικήσει. Κάθε Έλληνας είχε τα καπρίτσια του, το θεό του, και έπρεπε να κάμει δουλειά κανείς με αυτούς, άλλον να φοβερίζει, άλλον να κολακεύει, κατά τους ανθρώπους. >>

Και με αφορμή το παραπάνω , θυμήθηκα και αυτό το απόσπασμα από το «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» του Νίκου Καζαντζάκη :
<< Άκου τι μου’ λεγε ο μακαρίτης ο παππούς μου, να καταλάβεις. Όλα τα’ καμε καλά ο Αλλάχ, μου’ λεγε, όλα, μα μια μέρα βρέθηκε μπόσικος, έπιασε φωτιά και κοπριά και έπλασε το Ρωμιό∙ μα ευτύς, ως τον είδε...
το μετάνιωσε∙ είχε ένα μάτι, ο αφιλότιμος, που τρυπούσε ατσάλι. «Τί να γίνει τώρα, μουρμούρισε ο Αλλάχ, την έπαθα∙ ας πιάσω τώρα να κάμω τον Τούρκο, να σφάξει το Ρωμιό, να βρει ο κόσμος την ησυχία του». Έπιασε το λοιπόν μέλι και μπαρούτι, τα μάλαξε καλά καλά, έφτιασε τον Τούρκο. Κι’ ευτύς, χωρίς να χασομεράει, βάνει σ’ ένα ταψί τον Τούρκο και το Ρωμιό να παλέψουν. Πάλευαν, πάλευαν, από το πρωί ως το βράδυ, κανένας δεν έριχνε κάτω τον άλλο∙ μα ευτύς, ως σκοτείνιασε, βάνει ο άτιμος ο Ρωμιός τρικλοποδιά, κάτω ο Τούρκος!

«Ο διάολος να με πάρει, μουρμούρισε ο Αλλάχ, την έπαθα πάλι∙ τούτοι οι Ρωμιοί θα φάνε τον κόσμο, πάνε οι κόποι μου χαμένοι… Τί να κάμω;» Όλη νύχτα δεν έκλεισε μάτι ο κακομοίρης∙ μα το πρωί, πετάχτηκε απάνω και χτύπησε τις χερούκλες του: «Βρήκα! βρήκα!» φώναξε∙ έπιασε πάλι φωτιά και κοπριά, και έφτιαξε έναν άλλο Ρωμιό, και τους έβαλε στο ταψί να παλέψουν. Άρχισε το πάλεμα∙ τρικλοποδιά ο ένας, τρικλοποδιά κι ο άλλος∙ μπηχτές ο ένας, μπηχτές κι ο άλλος… Πάλευαν, πάλευαν, έπεφταν, σηκώνουνταν, πάλευαν πάλι, ξανάπεφταν, ξανασηκώνουνταν, πάλευαν… Κι’ ακόμα παλεύουν! Κι’ έτσι ο κόσμος, Μπραϊμάκι μου, βρήκε την ησυχία του... >>

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΟΛΑ τα σχόλια είναι καλοδεχούμενα ,μα θα παρακαλούσα όσους θέλουν να αφήσουν το δικό τους, να το κάνουν με όμορφο τρόπο....

Related Posts with Thumbnails